Παρελθούσης τῆς κατὰ Σάρκα Γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου, ὁ νοῦς πολλῶν διασχίζεται ἀπὸ τὸ παράπονο, ὅτι γιὰ ἄλλη μία χρονιὰ δὲν κατόρθωσαν νὰ καταλάβουν Χριστούγεννα, ἤτοι νὰ βιώσουν τὴν πολυαναμενόμενη ἐσωτέρική τους ἀλλάγη, νὰ πληρωθοῦν ἀπὸ τρυφερὲς στιγμὲς  καὶ νὰ αἰσθανθοῦν αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερο ἄγγιγμα στὶς κάρδιές τους, τὸ ὁποῖο θὰ τοὺς χάρασσε τὴν Ἑορτὴ ἀνεξίτηλα στὸ συνειδητὸ κῦκλο τῶν εὐχάριστων ἀναμνήσεων, παρὰ διένυσαν μίαν περίοδο σὰν ὅλες τὶς ἄλλες, ἄχρωμη, ἄγευστη καὶ ἄοσμη μέχρι καὶ πολλάκις καταβαλλομένη ἀπὸ ἀνερμήνευτο ἄγχος καὶ στεναχώρια.

Δὲν συνιστᾷ ὀξύμωρη ἐξέλιξη αὐτὴ ἡ ἀσυμβίβαστη μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Ἑορτῶν συναισθημάτική μας κατάληξη, ὅσο τὸ νόημα τῶν ἡμερῶν ἀναζητεῖται σὲ καλωδιωμένα πλαστικόδεντρα, σὲ τουρκομπαρόκ στολίδια, ζαλίζοντα λαμπιόνια καὶ σὲ πορφυροντυμένους ὑπερήλικες ὑποδυομένους τοὺς Ἁγίους μας. Ὁ ἄκριτος μιμητισμὸς ξενικῶν κατασκευῶν καὶ ἡ ἀνίερη ἐμπορευματοποίηση τῆς Ἑορτῆς κρύβονται πίσω ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τῆς αληθείας της.

Ἡ θλιβερότερη παρατήρηση, ὅμως, τῶν ἡμερῶν δὲν ἐντοπίζεται στὴν ἐμπειρικῶς ἐπιβεβαιωμένη καταναλώτική μας βουλιμία ὡς Ἑλληνωνύμων, οἱ ὁποῖοι ἐκλαμβάνουμε τὰ Χριστούγεννα ὡς μία ἀγαστὴ εὐκαιρία γιὰ ἀγοραστικὴ ἔξαρση καὶ νυχτερινὴ μέθη, ἀλλὰ στὴν πλήρη μεταφυσικὴ ἀπογύμνωση τῆς Ἑορτῆς μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάγωγή της σὲ μία οἰκουμενικὴ οὐδετερόθρησκη πανήγυρη. Ἀηδιαστικότερη ἔκφανση αὐτῆς τῆς κατάντιας ἀποτελεῖ ἡ φαρισαϊκὴ ἐπιταγὴ γιὰ παροχὴ βοηθείας πρὸς τοὺς συνανθρώπούς μας ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς ἄθεους ἀγαπολόγους, οἱ ὁποῖοι μονοπωλοῦν τὴ διαμόρφωση κουλτούρας στὴν ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη καὶ ἀποχυμώνουν τὴν Ἑορτὴ σ’ ἕνα κίβδηλο περιτύλιγμα ἀγάπης, χωρὶς Θεό.
Τὴν ἴδια ὥρα ποὺ Ἕλληνες πένονται, πεινοῦν καὶ κρυώνουν, ἡ ψευτοπασιφιστικὴ ἀριστεροφιλελὲ θολοκουλτούρα ἔχει τὸ θράσος νὰ προσδιορίζει ὡς ἀπολαύοντες ἑορταστικῆς ἀλληλεγγύης μόνο τοὺς ἔγχρωμους ἰσλαμιστὲς «μπόλιαστές» μας, νὰ κανοναρχεῖ τὴν κοινωνικὴ πλειοψηφία πῶς πρέπει ἐκδηλώνει τὴν ἀφιονισμένη ἀπὸ Τριαδικότητα ἀγάπη της καὶ νὰ ὑβρίζει ὡς ρατσιστὲς ὅλους ὅσοι ἐπιλέγουν νὰ συνδράμουν μὲ ταπείνωση τοὺς ὅμαιμους ἄδερφούς τους. Πολιτιστικὰ τέκνα αὐτῆς τῆς βρωμερῆς ἀνθελληνικῆς ἐλὶτ εἶναι οἱ διάφορες ὀργανώσεις τῶν παρενδυτικῶν κίναιδων καὶ τῶν εὐτελῶν φεμινιζουσῶν, οἱ ὁποῖες ἐνοχοποιοῦν καὶ ἀποσκορακίζουν μὲ μῖσος καὶ ἐμπάθεια τοὺς κανονικοὺς ἀνθρώπους, τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Ἐκκλησία, ἐνῷ παράλληλα ἀντιλαμβάνονται ὡς καθῆκον τους νὰ ὁρίζουν ποῖος εἶναι φορέας Ἀγάπης καὶ ποῖος ὄχι.
Αὐτὴ ἡ νεοταξίτικη συνομοταξία ἐπιχειρεῖ μανιωδῶς νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὴν κατάγωγή μας, νὰ βλασφημήσουμε τὸν ὡς μόνον ὑπάρχοντα Θεὸ καὶ νὰ θεσπίσει τοὺς ὅρους οἰκοδομήσεως μιᾶς ἄλλης societas βασισμένη σ’ ἕνα κρᾶμα ὑποκριτικῆς φιλανθρωπίας καὶ κυνικοῦ ἀτομικισμοῦ. Ἀπέναντι στὴν πρόταση τῆς παγκοσμιοποιήσεως γιὰ τὸ νέο μοντέλο ἀνθρώπου καὶ κοινωνίας ἀκλόνητος ἀντιστάτης στέκεται ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κομίζει τὴ δική της διαχρονικὴ ἀντιπρόταση σὲ κάθε Ἕορτή της.

Ἡ Ἐνανθρώπιση τοῦ Σωτῆρος μαρτυρεῖ ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀπάντηση στὰ μεγάλα ὑπαρξιακά μας διλήμματα, καθὼς γεννᾷ τὴν καινὴ ζωή, ἐκείνη τῆς τριαδικῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως, ἡ ὁποία μᾶς καλεῖ νὰ κενωθοῦμε ἐσωτερικά, προκειμένου νὰ μετάσχουμε στὴν ἀθάνατη κοινωνία τῶν ταπεινωμένων καὶ ἐσταυρωμένων. Ἡ ὁδὸς πρὸς τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἰχνηλατεῖται μέσα ἀπὸ τὴ μέθεξη στὴ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία προϋποθέτει νὰ ἐντάξουμε τὴ θυσία καὶ τὴν αὐτοπαραίτηση στὴ βιοθεωρία μας.
Καθὼς ἀνατέλλει σιγὰ σιγὰ τὸ 2020, ἡ πάροδος τῶν Χριστουγέννων ἐμφανίζεται πρωτύτερα ὡς εὐκαρία συλλογικοῦ ἀναστόχασμοῦ μας γιὰ τὸ ποῖον τρόπο ζωῆς πραγματικὰ θέλουμε νὰ μᾶς χαρακτηρίζει.  Ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς θεοί, «ἵνα ὁμοιωθῶμεν Αὐτῷ», ὅπως ψάλλεται στὶς καταβασίες. Τὸ θεμελιῶδες ἐρώτημα ἔγκειται στὸ ἂν ὄντως ἐπιθυμοῦμε νὰ γίνουμε κοινωνοὶ Ἀθανασίας κι ἂν ἀληθῶς διακρίνουμε τὴν Ἀγάπη μέσα ἀπὸ τὸν Τρόπο τοῦ Χριστοῦ ἢ προτιμοῦμε νὰ βυθιστοῦμε στὸν βοῦρκο τῆς ἐφάμαρτης πεπτωκυίας φύσής μας, ἡ ὁποία ἐκθειάζεται ἀπὸ τοὺς προοδευτικοὺς ἀποστόλους τοῦ μαρασμοῦ καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μία αἰώνια δυστυχία, ὅπως αὐτὴ ποὺ μᾶς καταλείπεται  κάθε φορὰ μεθεορτίως.

Τὸ νέο Ἔτος Κυρίου ἂς αφετηριάσει τὴν ἐπανένωσή μας μὲ τὴν Ἐκκλησία, τὴν Ἀγάπη τοῦ Τριακοῦ Θεοῦ μας κι ἂς ἀνανήψει τὴ Φυλή μας ἀπὸ τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα τῆς ἔθηκαν οἱ προδότες ἰθύνοντες. Ἀμήν!