Είχα σκοπό εδώ και κάποιο διάστημα να αναφερθώ στις εξελίξεις στον πατριωτικό «χώρο». Βάζω την λέξη χώρος σε εισαγωγικά διότι ένα από τα βασικότερα προβλήματα των ανθρώπων που αισθάνονται πως τον συναπαρτίζουν είναι ότι δεν μπορούν να τον ορίσουν. Κάποιος πολιτικός αρχηγός αυτού του «χώρου» με ρώτησε πρόσφατα γιατί πρέπει να τον αποκαλούμε πατριωτικό αφού κανονικά όλα τα κόμματα στην χώρα υποτίθεται ότι πρέπει να εργάζονται για την Πατρίδα. Του απάντησα πως δεν είναι έτσι.

Δεν με ενδιαφέρει να κάνω δίκη προθέσεων. Με ενδιαφέρει όμως από το ιδεολογικό πρόγραμμα του κάθε κόμματος να εξετάσω εάν ανήκει στον πατριωτικό ή εθνικό «χώρο». Κατά αρχήν η πατρίδα ταυτίζεται με την έννοια έθνος. Και το έθνος είναι με έναν πολύ πρόχειρο και γρήγορο ορισμό ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται τις ίδιες πολιτισμικές αξίες, ομιλούν την ίδια γλώσσα και κατοικούν σε έναν συγκεκριμένο χώρο που τον θεωρούν ιερό αφού τα συλλογικά τους βιώματα στεγάστηκαν σε αυτόν τον χώρο για εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια.

Διά της εις άτοπον απαγωγής λοιπόν, ένα κόμμα που πιστεύει ότι οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα και πρέπει να συνενωθούν στην βάση ενός οικουμενικού οράματος δίχως σύνορα δεν είναι δυνατόν να μπορούν να τοποθετηθούν στον πατριωτικό «χώρο» αφού δεν πιστεύουν ούτε σε έθνη ούτε σε πατρίδες. Ως εδώ τα πράγματα δεν είναι και τόσο δύσκολα. Οι περισσότεροι του «χώρου» ενδεχομένως συμφωνούμε.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια όμως επήλθε μία νέα, απρόβλεπτη ίσως για κάποιους, διαιρετική τομή. Ο Δυτικός κόσμος κυρίως λόγω της τεχνολογικής και οικονομικής προόδου μείωσε κατά πολύ τις αποστάσεις μεταξύ του. Το να ανέβει κάποιος σε ένα αεροπλάνο και να μεταβεί στο Λονδίνο για να συναντήσει κάποιον είναι περισσότερο γρήγορο, εύκολο και φθηνότερο από ποτέ. Το να ανοίξει ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή του και να συνομιλήσει με κάποιον στην Αμερική ακόμα ευκολότερο. Κυρίως όμως συνέβη κάτι που δεν μπορεί να το αντιληφθεί ο μέσος Δυτικός.

Οι ελίτ της Δύσης συναντήθηκαν μεταξύ τους όταν ήταν φοιτητές στα πανεπιστήμια του Παρισιού, του Λονδίνου και της Αμερικής. Εκεί αντιλήφθηκαν ότι εκτός από τα κοινά τους βιώματα έχουν και κάτι άλλο κοινό. Κοινά συμφέροντα. Τα κοινά τους οικονομικά συμφέροντα λοιπόν δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν στο «δοχείο» αυτού που επονομάζεται Έθνος – Κράτος. Διότι το τελευταίο διαθέτει σύνορα, διατηρεί μία αυτόνομη πολιτισμική ταυτότητα η οποία είναι διακριτή σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες και κυρίως έχει μία βασική αξίωση: τα συμφέροντα των πολιτών του να τοποθετούνται σε προτεραιότητα έναντι των συμφερόντων όλων των υπολοίπων Εθνών.

Οι Δυτικές ελίτ όμως δεν μπορούν εύκολα να το αποδεχτούν αυτό. Από την στιγμή που ο οικονομικός παράγοντας αυτονομήθηκε από τον πολιτικό , δηλαδή οι επιχειρηματίες κατάφεραν να κερδίσουν την διεθνοποίηση του κεφαλαίου ώστε να μπορούν να επενδύουν χρήματα σε όποια χώρα τους το επιτρέπει, δεν δέχεται εύκολα τέτοιου είδους περιορισμούς. Το Έθνος – Κράτος τους εμποδίζει να μεταφέρουν με την ίδια ευκολία κεφάλαια χωρίς να υπολογίζουν τους δασμούς φερ’ειπείν όταν εξάγουν ένα προϊόν τους από την χώρα παραγωγής του σε μία άλλη.

Μου είχε πει κάποτε κόρη μεγάλου εφοπλιστή ότι αυτό που την ενδιαφέρει κυρίως είναι να κάνει δουλειές με άλλους επιχειρηματίες και όχι να εξετάζει εάν αυτοί οι άλλοι επιχειρηματίες οφελούν την χώρα τους έναντι της δικής μας. Και αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν την «ελίτ» αυτής της χώρας όπως και άλλων χωρών. Οι αντιλήψεις τους δημιουργήθηκαν σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον δίχως εθνική παιδεία. Για αυτούς τα οράματα ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που εργάζεται για έναν κόσμο χωρίς σύνορα τους συμφέρουν. Για αυτούς η ΕΕ είναι ένα υπερεθνικό δοχείο προς μετάβαση ενός άλλου μεγαλύτερου παγκόσμιου δοχείου χωρίς δασμούς. Αυτοί ελέγχουν τα διεθνή ΜΜΕ με τα κεφάλαιά τους. Αυτοί είναι οι «παγκοσμιοποιητές» και εμείς οι «εθνικοί».

Έτσι, αμέσως αμέσως, η νέα διαιρετική τομή ανάμεσα σε παγκοσμιοποιητές – εθνικούς καθιστά πιο ευδιάκριτο το ποιοι ανήκουμε στον πατριωτικό χώρο και η λέξη χώρος βγαίνει από τα εισαγωγικά. Διότι υπάρχουν σε όλες τις τύποις κεντροδεξιές στην Δύση και παγκοσμιοποιητές και εθνικοί. Είναι άλλος ο Τραμπ και άλλη η Μέρκελ. Η αρθρογραφία μου για τον πατριωτικό χώρο θα συνεχιστεί και τις επόμενες Κυριακές.