Όπως έχει προκύψει από δημοσιεύματα των τελευταίων μηνών, τα Εξάρχεια δεν αποτελούσαν απλά το προπύργιο του λεγομένου «αντιεξουσιαστικού» αγώνα, αλλά και το κέντρο μιας τεράστιας μπίζνας, βασιζόμενης σε παρανομίες και εγκληματικές εργολαβίες με πολιτική αλλά και οικονομική διάσταση. Ποιος θα το ‘λεγε ότι αυτό το «κράτος εν κράτει» θα κινδύνευε να καταρρεύσει από την ταχεία αναβάθμιση που οι πλατφόρμες οικονομίας διαμοιρασμού φέρνουν σε υποβαθμισμένες περιοχές.

Όπως αναφέρεται και σε δημοσίευμα του BBC, οι «αναρχικοί» των Εξαρχείων ανησυχούν για τον ευπρεπισμό που φέρνει η εξάπλωση των πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης στην περιοχή τους και έχουν θέσει στο στόχαστρο τους ιδιοκτήτες ακινήτων και τους αλλοδαπούς πελάτες βραχυχρονίων μισθώσεων.

Ο εκτοπισμός των παρακμιακών πάλαι ποτέ κυριάρχων της ιστορικής και πανέμορφης αυτής περιοχής της Αθήνας συντελείται ουσιαστικά από την τεράστια προστιθέμενη αξία που η δυνατότητα εκμετάλλευσης των απαξιωμένων από αυτούς ακινήτων προσφέρει. Το κέντρο της Αθήνας αρχίζει σταδιακά να ανακτά την εμπορική του αξία και αυτό μέσω της οικονομίας διαμοιρασμού επιτυγχάνεται όχι μέσω μεγάλων εταιρικών σχημάτων αλλά από τον κάθε μικροϊδιοκτήτη αυτόνομα.

Ο ρόλος που οι δήθεν αντιεξουσιαστές και αναρχικοί έπαιξαν τις τελευταίες δεκαετίες συνοψίζεται στην ολοκληρωτική απαξίωση των μικροϊδιοκτησιών και στο ξεπούλημα πολλών από αυτές σε καιροσκόπους μεγαλοκαρχαρίες που μόνον όφελος απεκόμιζαν από την παράδοση της πόλεως στο χάος και την παρακμή.

Τα δε «ταξικά επιχειρήματα» των μουσάτων μαυροφορεμένων καφενόβιων και χασομέρηδων ιερέων της καταστροφής προσκρούουν στην ταύτιση του μέσου Έλληνα με την ιδιοκτησία. Η συνεργασία τους ήταν λοιπόν αγαστή, θέλοντας και μη, όλα αυτά τα χρόνια με τη βούληση όσων με μανία προσπάθησαν να ακρωτηριάσουν τους Έλληνες με διαφόρους τρόπους από αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, που τους έκανε να ξεχωρίζουν παγκοσμίως: Την κατοχή ενός ή και περισσοτέρων ακινήτων όχι μόνον ως επένδυση αλλά και ως οικογενειακή παρακαταθήκη.