Το να συμφωνείς ότι διαφωνείς είναι καλό όταν βγαίνεις για καφέ με τους φίλους σου. Βοηθάει στο να υπάρχει ένα πολιτισμένο κλίμα και να μπορείτε να συνεχίζετε να διασκεδάζετε παρέα. Στο πεδίο της διπλωματίας όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το να συμφωνείς ότι διαφωνείς και να το προωθείς μάλιστα ως την «ουσία» που βγήκε από μια συνάντηση, την οποία είχες προαναγγείλει ότι θα κάνεις για να «φτιάξει το κλίμα» (βλ. συνέντευξη Πέτσα) είναι κάτι διαφορετικό.

Σημαίνει ότι καταρχήν δεν πέτυχες τον σκοπό σου. Σημαίνει κατά δεύτερον ότι βιώνεις μια ψυχροπολεμικής υφής κατάσταση.Όταν Ελλάδα και Τουρκία διαφωνούν, αλλά η Τουρκία στέλνει σκάφη, στέλνει αεροπλάνα και κάνει συμφωνίες που σε σβήνουν από τον χάρτη, δεν έχει νόημα να συμφωνείς ότι διαφωνείς. Δεν έχουμε εδώ μια πυρηνική ισορροπία, όπου κανείς δεν κάνει βήμα γιατί φοβάται τον άλλον. Έχουμε την κλιμάκωση μιας επιθετικότητας, την οποία εσύ πολύ απλά δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις.

Το διεθνοποιήσαμε το θέμα, το είπαμε στην ΕΕ, το είπαμε στο ΝΑΤΟ, το είπαμε παντού. Και αύριο μπορεί να δούμε ένα τουρκικό ερευνητικό πλοίο να κάνει βόλτες κάτω από την Κρήτη και να ψάχνει για πετρέλαιο, όπως ακριβώς ψάχνουν εδώ και καιρό τα τουρκικά γεωτρύπανα στην ΑΟΖ της Κύπρου.

Όχι, δεν συμφωνούμε ότι διαφωνούμε. Είναι σαν από ένα βιασμό να βγαίνει το συμπέρασμα ότι συμφωνούν ότι διαφωνούν το θύμα και ο θύτης.