Το περιοδικό FORBES κάνει έκκληση για αναγνώριση του φαινομένου της Δίωξης Χριστιανών ανά τον κόσμο ως κρίσης που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Αυξανόμενα είναι τα περιστατικά που «αναδεικνύουν περιπτώσεις σχετιζόμενες με διώξεις Χριστιανών παγκοσμίως», παρατηρεί η αρθρογράφος Εβελίνα Οτσάμπ, κάτι που περιλαμβάνει «ωμότητες σε μέγεθος γενοκτονίας και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητος.»

Οι διώξεις που σχετίζονται με τη θρησκευτική πίστη επηρεάζουν το Χριστιανισμό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική ομάδα στον πλανήτη, παρατηρεί η κ. Οτσάμπ, και γι’ αυτό η αντιχριστιανικές διώξεις αξίζουν να χαρακτηριστούν ώς κρίσιμο ζήτημα από μόνες τους.

Η Οτσάμπ επισημαίνει μία πρόσφατη αναφορά του Επισκόπου του Τρούρο για λογαριασμό του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, η οποία διαπιστώνει «ένα παγκόσμιο φαινόμενο μεροληπτικής συμπεριφοράς και σωματικών επιθέσεων, ορισμένων φονικών, δυστυχώς, σε παιδιά Χριστιανών, σε γυναίκες και άνδρες, συχνά ανήκοντες στις φτωχότερες κοινότητες του πλανήτη.»

245 εκατομμύρια Χριστιανοί διώκονται σε 73 χώρες

«Μελέτες δείχνουν διαρκώς ότι οι Χριστιανοί υφίστανται αισθητά υψηλότερα επίπεδα δίωξης και μισαλλοδοξίας», προσθέτει, που κάθε άλλο παρά μειώνονται, αφού η δίωξη Χριστιανών έχει αυξηθεί σε 73 χώρες, σύμφωνα με τη λίστα OPEN DOORS’ WORLD WATCH LIST 2019, και τώρα επηρεάζει 245 εκατομμύρια Χριστιανούς.

Παρά την ανησυχητική αύξηση της συχνά βίαιης δίωξης των Χριστιανών παγκοσμίως, «το μέγεθος της κρίσεως που έχει να κάνει με Χριστιανούς που διώκονται για την πίστη τους παραμένει ελάχιστα γνωστό και αντιληπτό», υπογραμμίζει η Οτσάμπ, αναφερόμενη και σε ένα ρεπορτάζ με τίτλο «Διωγμένοι και Ξεχασμένοι», παραγωγής της παπικής φιλανθρωπικής οργάνωσης «Βοήθεια για τις Εκκλησίες που βρίσκονται σε Ανάγκη».

Η έκθεση του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών εξάρει την ανάγκη για μία νέα προσέγγιση αυτού του παγκοσμίου φαινομένου, «αναγνωρίζοντας την ανάδειξη του ζητήματος της δίωξης Χριστιανών σε φαινόμενο και όχι απλά ως μίας σειράς μεμονωμένων περιστατικών παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων», συμπεραίνει η Οτσάμπ.

Η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν πρωτοπόρος στην αντιμετώπιση του φαινομένου

Στο άρθρο της η Οτσάμπ στέκεται και στο παράδειγμα της Ουγγρικής Κυβερνήσεως, η οποία είναι πρωτοπόρα στην αντιμετώπιση των Διώξεων Χριστιανών, θεσμοθετώντας μία Κρατική Γραμματεία Αρωγής σε Διωκόμενους Χριστιανούς, με αποστολή την «παροχή άμεσης υποστήριξης σε διωκόμενες χριστιανικές κοινότητες και την πολιτική και δημόσια ευαισθητοποίηση σε τοπικό και διεθνές επίπεδο για το φαινόμενο και την αυξανόμενη κλίμακα Διώξεων Χριστιανών τον 21ο αιώνα.»

Την περασμένη εβδομάδα, στην Ουγγαρία φιλοξενήθηκε για δεύτερη χρονιά το Διεθνές Συνέδριο Αρωγής σε Διωκόμενους Χριστιανούς, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη βοήθειας στους διωκόμενους Χριστιανούς εκεί που βρίσκονται παρά στην ενθάρρυνσή τους να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους.

Κατά το χαιρετισμό του στο Συνέδριο, ο επικεφαλής της Γραμματείας, Τρίσταν Αζμπέι, ανακοίνωσε ότι περί τους 44 Χριστιανούς θα έχαναν βίαια τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτής της τετραήμερης συνάντησης, απλά επειδή πιστεύουν στον Ιησού Χριστό.

«Έχουμε 245 εκατομμύρια λόγους να συναντιόμαστε», δήλωσε ο κ. Αζμπέι, «έναν για κάθε Χριστιανό στον κόσμο που αντιμετωπίζει ακραία δίωξη», προσέθεσε λέγοντας ότι «αυτοί είναι μόνο αυτοί που γνωρίζουμε».

Ο Αζμπέι αντιπαρέθεσε την πρωτοφανή δίωξη που αντιμετωπίζουν ανά τον κόσμο οι Χριστιανοί το 2019 – το «μεγαλύτερο και καλά κρυμμένο μυστικό» – με την «ντροπιαστική σιγή της Δύσεως», που εθελοτυφλεί, λες και αυτή η δίωξη δεν υφίσταται.

Από την πλευρά του, ο Πέτερ Σιγιάρτο, ο Ούγγρος Υπουργός Εξωτερικών, παρατήρησε ότι η «Χριστιανοφοβία είναι η τελευταία αποδεκτή μορφή διάκρισης στον κόσμο».

Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας έχει επίσης θεμελιώσει το πρόγραμμα «Η Ουγγαρία Βοηθάει», παρατηρεί η Οτσάμπ, «το μόνο κρατικό πρόγραμμα αυτού του είδους». Το «Η Ουγγαρία Βοηθάει» εξοπλίζει μία ευρεία γκάμα ανθρωπιστικών υπηρεσιών προς διωκομένους Χριστιανούς για την πίστη τους σε πολλές χώρες, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική.

Η «εύστοχη προσέγγιση» του προβλήματος από την Ουγγαρία είναι μοναδική, παρατηρεί η Οτσάμπ και «δεν συναντάται αλλού».

Δεν μπορεί να υπάρξει η απαραίτητη ανταπόκριση, χωρίς την «αναγνώριση ότι οι ωμότητες είναι μέρος ενός διεθνούς φαινομένου», συμπεραίνει η Οτσάμπ. «Μέχρι τότε, η ανταπόκριση θα είναι ιδιαίτερα σποραδική και δε θα επιτρέπει την αλλαγή στις ζωές αυτών που στοχοποιούνται.»

Πηγή: BREITBART.COM