Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες κατὰ τὴν ἀρχαϊκὴ περίοδο ἔτρεφαν σεβασμὸ πρὸς τοὺς Πέρσες καὶ τοὺς ἄλλους ἀνατολικοὺς λαούς, ἢ τουλάχιστον ἦταν ἀμερόληπτοι. Ἡ στάση αὐτὴ συμβάδιζε μὲ τὴν πολιτική, οἰκονομικὴ κ.λπ. κατωτερότητα τῶν Ἑλλήνων μπροστὰ στοὺς ἀσιατικοὺς αὐτοὺς γίγαντες. Μετὰ τὴν περσικὴ εἰσβολὴ καὶ τὴν κατατρόπωση τῶν Περσῶν ὅμως, τὸν 5ο π.Χ. αἰ. καὶ τὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῶν Ἑλλήνων, ἡ στάση τους πρὸς τοὺς Ἀσιάτες σκλήρυνε. Δὲν ἦταν κάποια προϋπάρχουσα ρατσιστικὴ θεωρία, λοιπόν, ποὺ ὀδήγησε τοὺς Ἕλληνες σὲ «ρατσιστικὲς ἀντιλήψεις», ἀλλὰ ἡ κατοπινὴ θεωρητικὴ ὑποτίμηση τῶν Ἀσιατῶν ἦταν τὸ προϊὸν τῆς μεταβολῆς τῆς πραγματικότητας τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Ἀσιατῶν.

Παρομοίως: Ἡ στάση τῶν Ἀρχαίων, Ρωμαίων μὰ καὶ Ἑλλήνων, πρὸς τοὺς λαοὺς νοτίως τῆς Αἰγύπτου, διαχρονικὰ δὲν ἦταν οὔτε ἀμετάβλητη οὔτε προϊὸν «ρατσιστικῶν» καὶ «ἀντιρατσιστικῶν» θεωρητικῶν κατασκευασμάτων, μὰ τῆς πραγματικότητας. Γιὰ ὅσο διάστημα οἱ νότια τῆς Αἰγύπτου (καὶ πάντα ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ρωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας) Ἀφρικανοὶ ἦταν εἰρηνικοὶ πρὸς τοὺς Πτολεμαίους καὶ κατόπιν πρὸς τοὺς Ρωμαίους, ἡ φήμη τους ἦταν θετική, θεωροῦνταν εὐσεβεῖς, ἀγαπητοὶ στοὺς θεούς κ.λπ. Τὸ μαῦρο χρῶμα τοῦ δέρματός τους οὐδέποτε εἶχε ἀρνητικὰ συμφραζόμενα στὴν ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ γραμματεία. Ὅταν ὅμως οἱ κάτοικοι τῆς Νουβίας (Σουδὰν κ.λπ.) ἀπὸ τὸν 3ο αἰ. ἄρχισαν τὶς συχνότατες ἐπιθέσεις κατὰ τῶν βορειοαφρικανικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, στὴν Αἴγυπτο, τὴ σημερινὴ Λιβύη κ.ἄ., τότε, καὶ μόνο τότε, ἡ στάση τῶν «πολιτισμένων» (Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων) ἄλλαξε: Τόσο πολὺ ὥστε ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ τὸ κατάμαυρο χρῶμα τῶν «Νουβάδων», στὴν μοναστικὴ γραμματεία τῶν (μελαμψῶν, ὅπως εἶναι γνωστό!) χριστιανῶν Αἰγυπτίων τῆς πρωτοβυζαντινῆς ἐποχῆς κατέληξε νὰ συμβολίζει τὸν Διάβολο καὶ τοὺς δαίμονες· κι ἀπὸ τότε, μόνον, οἱ δαίμονες εἰκονογραφοῦνταν ὅπως οἱ «Αἰθίοπες», ὡς μαῦροι. (Δὲν εἶναι προϊὸν εὐρωπαϊκῆς φαντασίας ἡ εἰκονογράφηση αὐτή.) Κι ἀπὸ τότε, μόνον, ὁ ἐθνοτικὸς χαρακτηρισμὸς «Αἰθίοπες» σήμαινε τοὺς δαίμονες στὴν μοναστικὴ βυζαντινὴ γραμματεία, ἐξαιτίας τῶν αἰγύπτιων τῆς νότιας Αἰγύπτου ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν πραγματικῶν, ἀνθρώπινων, «Αἰθιόπων». Κι ὄχι ἀπὸ κάποια ρατσιστικὴ προδιάθεση ἢ διανοουμενίστικο κατασκεύασμα τῶν «πολιτισμένων χριστιανῶν» τῆς Αἰγύπτου.

Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει καὶ σήμερα, ὅταν ἐξετάζουμε τὴ στάση τῶν Ἑλλήνων πρὸς τοὺς Μουσουλμάνους. Ἡ ὁποία, ὅπως καὶ ἡ σχέση Ἑλλήνων-Μουσουλμάνων, δὲν λαμβάνει χώρα στὸ μαθηματικὸ κενό, οὔτε πάνω σὲ ἕνα φόντο ἑλληνικῆς ἀποικιοκρατίας σὲ βάρος τοῦ Ἰσλάμ, ἀλλὰ τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο: Σὲ ἕνα φόντο μουσουλμανικῆς ἀποικιοκρατίας 5 (Βαλκάνια) ἢ 10 (Μικρὰ Ἀσία) αἰώνων, κατὰ τὴν ὁποία οἱ Ἕλληνες ἔμαθαν τὰ πάντα γιὰ τοὺς Μουσουλμάνους, τοὺς βίωσαν στὸ πετσί τους, δίχως προϋπάρχοντα ρατσιστικὰ (ἢ ἀντιρατσιστικά) θεωρητικὰ κατασκευάσματα καὶ δίχως νεωτερικὲς ψυχαναλυτικὲς θεωρίες γιὰ τὸν Ἄλλο καὶ τὴν Ἀλήθεια του. Ἡ λαϊκὴ κατάρα «νὰ σὲ πουλήσουν σκλάβο στὴ Μπαρμπαριά» (τὴν πατρίδα τῶν σημερινῶν Ἀλγερινῶν) δὲν ἦταν προϊὸν κάποιου φασίστα καὶ θρησκόληπτου στοχαστῆ, οὔτε προϊὸν σταυροφορικῆς διάθεσης, ἀλλὰ τῆς μουσουλμανικῆς πειρατείας στὸ Αἰγαῖο σὲ βάρος τῶν Ἑλλήνων. Ἡ πεποίθηση αὐτή, τῆς ἱστορικῆς γνώσης, δὲν ἀλλάζει ὅσες τουρκοσειρὲς κι ἂν προβληθοῦν, ὅσος πόλεμος κατὰ τοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ κι ἂν κηρύσσεται, γιατὶ ἁπλούστατα εἶναι βασισμένη στὰ πράγματα κι ὄχι στὰ εὐχολόγια.

Οἱ ἔμπρακτες ἀντιδράσεις μπροστὰ στὸν Ἄλλο εἶναι συχνὰ προϊὸν προηγούμενων καταστάσεων καὶ ὄχι θεωρητικῶν ἀρχῶν, κι ὄχι τὸ ἀντίστροφο. Οἱ διανοούμενοι ποὺ εἶναι τόσο χωμένοι στὰ γραφεῖα τους ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι πέρα ἀπὸ θεωρίες δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ γελοιοποιοῦνται μποροῦν. Μαζὶ μὲ τοὺς χορτάτους, φυσικά, τῶν ἀσφαλῶν, πλούσιων περιοχῶν.

Του Γιάννη Ταχόπουλου